Βρισκόμαστε στη κατοχή 1941-1942, τα χρόνια της μεγάλης δυστυχίας. Σένα μεγάλο χωριό όσες γυναίκες μπορούσαν, ζύμωναν τακτικά μεγάλα πρόσφορα (λειτουργιές) για την Εκκλησία.

Ήταν Δεκέμβριος με τις πολλές γιορτές και τα Χριστούγεννα. Ο κόσμος έπεφτε κάτω από την πείνα. Εκλιπαρούσε για ένα κομματάκι ψωμί. Και ο παπάς αντί να βοηθήσει, φόρτωνε τα πρόσφορα σένα κάρο για να τα πουλήσει στην κοντινότερη πόλη. Ο δρόμος του χωριού για τον μεγάλο δρόμο, τον Δημόσιο, απείχε περί τα 300 μέτρα. Το κάρο ξεκινούσε καλά. Όταν έμπαινε στο Δημόσιο δρόμο, άρχιζε να βγαίνει μια δυσοσμία από τους σάκους με τα πρόσφορα. Ο παπάς στενοχωριόταν γιατί δεν θα μορούσε να τα πουλήσει.’Ετσι τα γύριζε πίσω. Όταν το κάρο έμπαινε στο δρόμο του χωριού τα πρόσφορα μοσχοβολούσαν. Μιά δυό προσπάθειες ακόμη και πάλι συνέβαινε το ίδιο. Το συζήτησε με κάποια πρόσωπα στο χωριό και του είπαν:»Παπά, αυτά είναι δώρα για το θυσιαστήριο, τα προσφέρει ο πιστός λαός του Θεού, γιαυτό λέγονται πρόσφορα. Δώστα στον κοσμάκι που πεθαίνει από την πείνα. Άδικα λόγια. Στο χωριό συνεννοήθηκαν οι άνδρες να μην αφήσουν τις γυναίκες να κάνουν πολλά πρόσφορα. Βάλανε τάξη. Με τη σειρά οι γυναίκες έφτιαχναν από τρία πρόσφορα για την Κυριακή ή τη γιορτή. Με το υπόλοιπο αλεύρι ζύμωναν ψωμί και το έδιναν στους πεινασμένους. Έτσι σώθηκε πολύς κόσμος. Ο παπάς όμως διαμαρτυρόταν και φώναζε: «Γιατί δεν κάνετε πολλά πρόσφορα;  Θα σας τιμωρήσει ο Θεός.» Του απάντησαν «Παπά, για να λειτουργήσεις σου κάνουμε τρία πρόσφορα. Τα άλλα τα προσφέρουμε στο έμψυχο θυσιαστήριο που λέγεται άνθρωπος και είναι πλάσμα του Θεού και αδελφός μας. Αυτά μας λέει ο Χριστός.» Σάστισε ο παπάς. ‘Εμεινε ακίνητος για πολύ ώρα σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Όταν συνήλθε τον άκουσαν να τους λέει με δάκρυα στα μάτια: «Σας ευχαριστώ αδέλφια μου για το μεγάλο μάθημα που μου δώσατε.,, Και τον είδαν να πέφτει στα γόνατα και να παρακαλεί το Θεό και τους συγχωριανούς του να τον συγχωρέσουν …