Σ’ένα χωριό ήταν ένας’ Αρχοντας πολύ κακός. Εξανάγκαζε τους χωρικούς να δουλεύουν γι αυτόν δίνοντάς τους ψίχουλα, κι απ’την άλλη μεριά τους έπαιρνε τα λίγα χωραφάκια  τους με τον εξής τρόπο. Πολύ συχνά τους συγκέντρωνε στην πλατεία του χωριού και τους έβαζε διάφορα αινίγματα, αν δεν τα έλυναν τους έπαιρνε κι από ένα χωραφάκι.

Μια μέρα τους έβαλε το εξής Αίνιγμα: ΠΟΙΟ ΕΙ ΝΑΙ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΤΟ ΤΑΧΥΤΕΡΟ; Οι χωρικοί θα έπρεπε να απαντήσουν σε πέντε μέρες. Στη συγκεντρωση ήταν και ο  πατέρας της Μαύρας, που  κοροιδευτικά  τη φώναζαν Μαυρίλο. Ο πατέρας  της γύρισε στο σπίτι του πολύ στενοχωρημένος.( όπως και όλοι οι άλλοι.) «τι έχεις πατέρα;» ρώτησε η Μαυρίλο.  Ο πατέρας της της είπε  για το δύσκολο  Αίνιγμα  του  άρχοντα προσθέτοντας ότι αν δεν βρούν την απάντηση, θα δουλεύουν δέκα χρόνια γιαυτόν, χωρίς πληρωμή. «Μη στενοχωριέσαι, πατέρα, είπε η Μαυρίλο. Ο άρχοντας θα πάρει τη σωστή απάντηση. Άκου, πατέρα. ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ πράγμα είναι Η  ΓΗ. Από τη Γή πλαστήκαμε, από τη Γή τρώμε και στη Γή καταλήγουμε. ΤΟ ΤΑΧΥΤΕΡΟ πράγμα είναι ΤΟ ΜΥΑΛΟ του ανθρώ­που. Ο ΝΟΥΣ. Σκεπτόμαστε ένα  μακρινό  χωριό,  μια  πόλη,  μια χώρα…και το  μυαλό μας τρέχει (πετάει) αμέσως εκεί. Ο πατέρας της πήγε στην συνάθροιση που είχε ορίσει ο Άρχοντας.

Όλοι έδιναν λανθασμένες απαντήσεις. Τελευταίος πήρε τον λόγο ο πατέρας της Μαυρίλο.

Όλοι περίμεναν με αγωνία.’Ηταν η τελευταία τους ελπίδα. Λοιπόν άρχοντά μου άκουσέ με.

ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΗ.Από τη Γή μας δημιούργησε ο Θεός .Τη Γή καλλιεργού­ με και τρώμε και στη Γή επανερχόμαστε με το θάνατο.

ΤΟ ΤΑΧΥΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Είμαστε εδώ και με το Νού μας σκε­ πτόμαστε μια πόλη, μια χώρα,και αμέσως ο ΝΟΥΣ μας μας μεταφέρει εκεί…Ο κακός Άρχον­τας τάχασε και είπε: Μου φαίνεται αδιανόητο να βρήκες μόνος σου τις απαντήσεις. Σίγουρα κάποιον έχεις στο σπίτι και σου τα λέει. Να μου τον φέρεις εδώ βαδίζοντας και καβάλα. Γύρισε πάλι λυπημένος στο σπίτι ο πατέρας της και της διηγήθηκε τα παραπάνω, Η κόρη του, χαμογέλασε και είπε.  Μη φοβάσαι, πατέρα. Βγάλε  έξω το μεγάλο  γουρούνι, φτιάξε μια μικρή σέλα και πάμε. Φεύγοντας η Μαυρίλο έβαλε δυό αυγά στις τσέπες της, κα­βαλησε το γουρούνι και ξεκίνησαν. Άλλοτε πατούσε στη γή κι άλλοτε σήκωνε τα πόδια της και έτσι φαινοταν ότι πήγαινε και βαδίζοντας και καβάλα. Όταν οι άλλοι χωρικοί είδαν την Μαυρίλο πάνω στο γουρούι απόρησαν, χάρηκαν κι άρχισαν να χαμογελούν. Ο κακός Άρχοvτας πήγε να σκάσει από το κακό του.Ρωτάει την κοπέλα: Εσύ είσαι μωρή Μαυρίλα που έδωσες τις σωστές απαντήσεις; «Εγώ είμαι, Άρχοντά μου». Κάνοντας την τελευταία του προσπάθεια ο Άρχοντας της λεει: ‘Κοίτα, υπάρχουν δυό μηλιές στον κήπο μου. Πές μου. Ποιό από τα δύο μήλα, που κρατώ, είναι από την αριστερή μηλιά και ποιό από την δεξιά;» Τότε η Μαυρίλα βγάζει τα δυό αυγά από την τσέπη της και του λέει: ‘Θα σου απαντήσω, άρχοντά μου, αν πρώτα μου πείς εσύ ποιό αυγό είναι από την άσπρη κότα και ποιό αυγό από τηv μαύρη.» Όλος ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκροτήματα και όρμησαν κατά πάνω του. Ο Άρχοvτας μόλις και μετά βίας σώθηκε.’Εφυγε και δεν ξαναγύρισε. Από τότε όλο το χωριό βρήκε την ηρεμία του. Πήραν πίσω τα κτήματά τους και την περιουσία τους και ευχαριστούσαν την Μαυρίλα για το καλό που τους έκανε…